Ελένη Λοϊζίδου: Νέα νομική αντίδραση για την υποκλοπή e-mails

      Ελένη Λοϊζίδου: Νέα νομική αντίδραση για την υποκλοπή e-mails | Newsit.com.cy

      Στην επιστολή του, την οποία εξασφάλισε το ΚΥΠΕ, ο κ. Καλλής αναφέρει ότι η προκαταρκτική της απόφαση της για την υπόθεση αυτή «είναι μολυσμένη με το μικρόβιο της μεροληψίας και της προκατάληψης», υποστηρίζοντας επίσης ότι η κατ’ επίκληση του δημοσίου συμφέροντος «είναι νομικώς ανυπόστατη και στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας και εγκυρότητας».

      Ο κ. Καλλής αναφέρει ότι με την επιστολή ημερ. 29/11/2017 προς την Επίτροπο, η πελάτιδα του είχε ζητήσει την παρέμβαση της για το γεγονός ότι ΜΜΕ «χρησιμοποίησαν και συνεχίζουν να χρησιμοποιούν το περιεχόμενο ιδιωτικών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (e-mails) της πελάτιδας μας με συναδέλφους της, Εισαγγελείς σε τρίτη ή τρίτες χώρες, οι οποίες γραπτές επικοινωνίες έχουν υποκλαπεί».

      «Εύλογα η πελάτιδα μας ανέμενε να εξετάσετε την ουσία της καταγγελίας της και να αποφασίσετε αναλόγως. Ωστόσο έχετε σπεύσει να εκδώσετε προκαταρκτική ετυμηγορία και να ανακοινώσετε ότι ‘ο Νόμος δεν απαγορεύει τη δημοσίευση προσωπικών δεδομένων όταν υπάρχει υπέρτερο δημόσιον συμφέρον ενημέρωσης του κοινού’».

      Πρόσθετα, όπως αναφέρεται στην επιστολή, « έχετε προβεί σε ανάλογες δηλώσεις στα ραδιόφωνα και στις τηλεοράσεις για να εξηγήσετε την θέση σας. Δυστυχώς ο πειρασμός της προβολής είναι πολύ μεγάλος και πολύ ελκυστικός και δύσκολα μπορεί να προβληθεί αντίσταση σε τέτοιον πειρασμό ακόμη και από θεσμικό όργανο που είναι ταγμένο για την περιφρούρηση της Νομιμότητας, των Αρχών του Κράτους Δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών», προστίθεται.

      «Η μετά σπουδής ληφθείσα προκαταρκτική απόφαση σας», αναφέρει ο δικηγόρος της κα. Λοιζίδου στην επιστολή του, « έχει παραγνωρίσει ένα πάρα πολύ σημαντικό παράγοντα τον εξής:Το δημοσιευθέν υλικό αποτελεί προϊόν υποκλοπής από το προσωπικό e-mail της πελάτιδας μας και ως εκ τούτου έχουν συντελεσθεί παραβιάσεις βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τα οποία διασφαλίζονται από τα Αρ. 15 και 17 του Συντάγματος από τα Αρ. 7 και 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το Αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών».

      Ο κ. Καλλής σημειώνει επίσης ότι «αναφορικά με τη χρησιμοποίηση υλικού που έχει εξασφαλισθεί κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που διασφαλίζονται από το Σύνταγμα όργανα όπως το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας, που βρίσκονται πολύ πιο ψηλά από την Εντιμότητα Σας, έχουν αποφανθεί ότι τέτοιο υλικό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε Δικαστική Διαδικασία εναντίον του θύματος της παραβίασης».

      Αναφέρει ακόμη ότι η πιο πάνω θέση της Νομολογίας έχει υιοθετηθεί και από τη Νομοθετική Εξουσία της Κυπριακής Πολιτείας, παραπέμποντας στο αρ. 16 (1) του περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996 (92(I)/1996).

      Ο δικηγόρος της κα. Λοιζίδου αναφέρει περαιτέρω ότι σύμφωνα με το Αρ 3 (δ) του πιο πάνω Νόμου «η δημοσίευση υποκλαπέντος υλικού είναι ποινικώς κολάσιμη. Τιμωρείται με φυλάκιση 5 ετών», εκφράζοντας παράλληλα τη θέση ότι «ο πιο πάνω Νόμος δεν καθιστά τη δημοσίευση μη ποινικώς κολάσιμη για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Επίσης , αποτελεί αδίκημα σύμφωνα με τον δικό σας νόμο, τον Περι Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα(Προστασία του Ατόμου) Νόμοι του 2001(138(Ι)/2001)»,όπως αναφέρει.

      Παρά ταύτα, συνεχίζει, « η Εντιμότητα Σας κατά πλήρη παραγνώριση της Νομολογίας και της Νομοθεσίας έχετε δώσει υπόσταση στο υποκλαπέν υλικό κατ’ επίκληση του δημοσίου συμφέροντος και έχετε ηθελημένα και σκόπιμα συμβάλει στην συνέχιση τη διαπόμπευσης και διασυρμού της πελάτιδας μας, μέσα από την πιο πάνω προκαταρκτική απόφαση σας και την περιφορά σας στα ΜΜΕ, ζήτημα για το οποίο η πελάτιδα μας επιφυλάττει όλα τα δικαιώματα της τα οποία απορρέουν από το Σύνταγμα και τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας».

      «Έπρεπε, ως Νομικός», αναφέρει ο κ. Καλλής, «να γνωρίζετε ότι οι Αρχές του Διοικητικού Δικαίου όπως είναι και η αρχή του Δημοσίου Συμφέροντος και η αρχή της Αναλογικότητας δεν ισχύουν. Ατονούν… Επομένως η κατ’ επίκληση του δημοσίου συμφέροντος στην προκαταρκτική απόφαση σας είναι νομικώς ανυπόστατη. Δεν έχει οποιαδήποτε αξία στην σφαίρα του Δικαίου. Δυνατό να έχει υπεραξία στη σφαίρα του λαϊκισμού ο οποίος είναι πολύ προσφιλής ακόμα και σε κάποια όργανα που ασκούν εξουσία», όπως υποστηρίζει.

      «Έπρεπε, επίσης να γνωρίζετε», προσθέτει, «ότι η Ποινικοποίηση μιας συμπεριφοράς – εδώ η ποινικοποίηση της δημοσίευσης υποκλαπέντος υλικού- αποβλέπει αποκλειστικώς στην εξυπηρέτηση και προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Επομένως η ποινικοποίηση της δημοσίευσης υποκλαπέντος υλικού δεν μπορεί να αποτελεί εξαίρεση».
      Ως εκ τούτου, αναφέρει, « η δικαιολόγηση από μέρους σας της παράνομης δημοσίευσης για λόγους δημοσίου συμφέροντος δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Αντίθετα το πλήττει καίρια γιατί ακυρώνει και εξουδετερώνει τον πρώτιστο στόχο του Νομοθέτη».

      Ο δικηγόρος της Εισαγγελέως αναφέρει ακόμη στην επιστολή του προς την Επίτροπο πως «υπάρχει ακόμη μια σημαντική παράμετρος η οποία καθιστά την όλη εμπλοκή σας όχι μόνο παράνομη, ως παραβιάζουσα τις αρχές της αμεροληψίας, αλλά ταυτόχρονα και τραγική».

      «Σύμφωνα με εξακριβωμένες πληροφορίες», όπως ισχυρίζεται, « ο σύζυγος σας είναι Οικονομικός Διευθυντής της Εφημερίδας ‘Πολίτης’. Επομένως η καταγγελία της πελάτιδας μας κατά της εν λόγω εφημερίδας έπρεπε να είχε εξετασθεί από κάποιο υφιστάμενο σας και εσείς έπρεπε ευλαβικά να αποφύγετε οποιαδήποτε ανάμιξη ή εμπλοκή».

      «Κατά κατάφωρη λοιπόν παραβίαση των Αρχών της αμεροληψίας», υποστηρίζει ο κ. Καλλής, « έχετε αναλάβει την εξέταση καταγγελίας κατά του εργοδότη του συζύγου σας ενώ έπρεπε αυτόβουλως και αυτεπαγγέλτως να είχατε εξαιρεθεί. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή – και την Κυπριακή – έννομη τάξη το κριτήριο για την εξαίρεση είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης, ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης, από το θεσμικό όργανο, στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα», παραπέμποντας σε σχετικές αποφάσεις του ΕΔΑΔ και του Ανώτατου Δικαστηρίου.

      «Προφανώς έχετε θεωρήσει ότι η Κύπρος κατοικείται από μη εχέφρονες. Άλλως δεν εξηγείται η ανάληψη αρμοδιότητας για την εξέταση της καταγγελίας», προσθέτει.

      «Είναι, επομένως, αυτονόητο ότι η προκαταρκτική σας απόφαση είναι μολυσμένη με το μικρόβιο της μεροληψίας και της προκατάληψης. Η πολύδιαφημησθείσα από τους εργοδότες του συζύγου σας απόφαση σας είναι νομικώς ανυπόστατη και στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας και εγκυρότητας. Τα ίδια ισχύουν και για την τελική σας απόφαση η οποία έχει καταστεί εντελώς αχρείαστη για την πελάτιδα μας», καταλήγει η επιστολή, η οποία κοινοποιήθηκε προς τον Γενικό Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη και τον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων Δημήτριο Χατζηκωστή, ο οποίος έχει οριστεί ως ερευνώντας Λειτουργός στην υπόθεση.

      MM