Κούρεμα καταθέσεων: Απόρριψη στις προσφυγές και με τη βούλα του Ευρωπαικού Δικαστηρίου

      Κούρεμα καταθέσεων: Απόρριψη στις προσφυγές και με τη βούλα του Ευρωπαικού Δικαστηρίου | Newsit.com.cy

      Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει, ότι εφόσον δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης (δηλαδή, το παράνομο της συμπεριφοράς που προσάπτεται σε θεσμικό όργανο της Ένωσης), το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει τις αγωγές αποζημίωσης.

      Σε απάντηση όλων των επιχειρημάτων των εναγόντων, σε σχέση με τι υπέστησαν οι καταθέτες με ποσά άνω και κάτω των 100.000 ευρώ, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι πρόκειται για διαφορετικές καταστάσεις, που δεν είναι συγκρίσιμες, οπότε δεν μπορεί να διαπιστωθεί καμία αθέμιτη διάκριση.

      Με τις σημερινές του αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, οι οποίες είναι:

      1. το παράνομο της συμπεριφοράς που προσάπτεται στο θεσμικό όργανο της Ένωσης,
      2. το υποστατό της ζημίας και
      3. η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του θεσμικού οργάνου και της προβαλλόμενης ζημίας.

      Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι πρέπει να διαπιστωθεί κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος έχει ως σκοπό την απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.

      Το Δικαστήριο όμως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα αυτά δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως υπέρμετρη και ανεπίτρεπτη επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και κρίνει ότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το ως άνω συμπέρασμα δεν ισχύει και εν προκειμένω.

      Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το τη μετατροπή των ομολόγων της Bank of Cyprus σε μετοχές και το ΓΔΕΕ διαπιστώνει ότι η μείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών της BoC είχαν ως σκοπό να αποκαταστήσουν τα ίδια κεφάλαια της BoC, καθώς και να διασφαλίσουν τη σταθερότητα τόσο του κυπριακού χρηματοπιστωτικού τομέα όσο και της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της.

      Κατά το Γενικό Δικαστήριο, πρόκειται για μέτρο που είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δεδομένου ότι λιγότερο περιοριστικές εναλλακτικές είτε δεν θα μπορούσαν να υλοποιηθούν στην πράξη είτε δεν θα καθιστούσαν δυνατή την επίτευξη των επιθυμητών αποτελεσμάτων.

      Το Γενικό Δικαστήριο συνάγει από τα παραπάνω ότι το μέτρο αυτό δεν συνιστά υπέρμετρη και ανεπίτρεπτη επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας.

      Ως προς την πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων, σκοπός της ήταν να αποτραπεί κάθε ενδεχόμενο μετάδοσης των επιπτώσεων της κρίσης μεταξύ των χρηματοπιστωτικών και τραπεζικών συστημάτων της Κύπρου και της Ελλάδας και το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται ότι δεν στοιχειοθετείται προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας λόγω της πώλησης των ελληνικών υποκαταστημάτων.

      Όσον αφορά την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη σε καμία από τις πράξεις και συμπεριφορές τις οποίες επικαλούνται με τις αγωγές τους.

      Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό της διάκρισης λόγω ιθαγένειας, σε σχέση με τους καταθέτες των ελληνικών υποκαταστημάτων, το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται επ’ αυτού ότι πρόκειται για συγκρίσιμες καταστάσεις και ότι υπάρχει πράγματι διαφορετική μεταχείριση, πλην όμως η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικό και εύλογο σκοπό, ήτοι την ανάγκη να προληφθεί κάθε ενδεχόμενο μετάδοσης των επιπτώσεων της κρίσης από το κυπριακό τραπεζικό σύστημα στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

      MM