Δρ. Γαβριήλ Χαρίτος: Η περιφερειακή συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου περνά σε νέα φάση

      Δρ. Γαβριήλ Χαρίτος: Η περιφερειακή συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου περνά σε νέα φάση | Newsit.com.cy

      Η πρώτη αίσθηση που δημιουργήθηκε από την πρόσφατη συνάντηση στο Ισραήλ στις 13 Σεπτεμβρίου των Υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Κύπρου, κ.κ. Κοτζιά και Χριστοδουλίδη, με τον ισραηλινό Πρωθυπουργό κ. Νετανιάχου – ο οποίος διαχειρίζεται και το χαρτοφυλάκιο του Υπουργού Εξωτερικών– ήταν η πρόθεσή τους να κρατήσουν όσο το δυνατόν πιο μακριά τους τα φώτα της δημοσιότητας.

      Δεν ήταν τυχαίο ότι οι σύντομες δηλώσεις τους προς τους δημοσιογράφους προηγήθηκαν της κατ’ ιδίαν τους συνάντησης. Το ίδιο συνέβη και με την ολοκλήρωση της απρογραμμάτιστης συνάντησης, που ακολούθησε την αμέσως επόμενη μέρα (14/9) στο Κάιρο μεταξύ των Υπουργών Εξωτερικών της Κύπρου και της Αιγύπτου. Ότι ξέρουμε από αυτήν προέρχεται από δημοσιεύματα του αιγυπτιακού Τύπου, που στην ουσία δεν περιείχαν κάποια είδηση. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ενόσω πλησίαζε η Τριμερής της 13ης Σεπτεμβρίου, οι αξιωματούχοι σε Αθήνα, Λευκωσία και Ιερουσαλήμ τηρούσαν απόλυτη σιγή για το τι ακριβώς επρόκειτο να συζητηθεί, προσπαθώντας ίσως να δείξουν πως επρόκειτο για «ακόμα μία συνάντηση ρουτίνας».

      Ωστόσο, στις 16 Αυγούστου, διέρρευσε στην ισραηλινή εφημερίδα «Yediot Aharonot», μία έκθεση του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών, που υπάγεται απ’ ευθείας στο ισραηλινό Υπουργείο Εξωτερικών. Η έκθεση αυτή, το περιεχόμενο της οποίας δεν διαψεύσθηκε ποτέ από ισραηλινής πλευράς, ουσιαστικά συνέκρινε τις τρεις πιθανές «ενεργειακές οδούς», που θα ήταν σκόπιμο να ακολουθήσει το ισραηλινό φυσικό αέριο, από την Ανατολική Μεσόγειο προς την Ευρώπη και τις διεθνείς αγορές γενικότερα. Οι τρεις «οδοί» που συγκρίνονταν από τεχνοκρατικής απόψεως ήταν η «τουρκική οδός» , η «αιγυπτιακή» και η «ελληνική» (EastMed).

      Η εν λόγω έκθεση παρέμενε ασχολίαστη από ισραηλινής πλευράς, ακόμα και όταν το περιεχόμενό της δημοσιοποιήθηκε σε άρθρο του γράφοντος, που δημοσιεύθηκε στον ελληνικό ιστότοπο του Foreign Affairs μία εβδομάδα πριν την τριμερή του Σεπτεμβρίου.

      Με αυτά τα δεδομένα, παρουσιάζουν ενδιαφέρον οι λακωνικές δηλώσεις των Νετανιάχου, Χριστοδουλίδη και Κοτζιά στο Ισραήλ.

      Ο κ. Νετανιάχου ήταν σαφής, ότι η λεγόμενη «τουρκική οδός» δεν τίθεται επί τάπητος υπό τις παρούσες συνθήκες. Αυτό ακριβώς εννοούσε δηλώνοντας ότι «προϋπόθεση για την περιφερειακή ενεργειακή συνεργασία είναι ο σεβασμός των διεθνών θαλασσίων συνόρων από όλες τις εμπλεκόμενες χώρες». Ορθά ερμηνεύθηκε η δήλωση αυτή σε Ελλάδα και Κύπρο, ότι ο ισραηλινός Πρωθυπουργός υπονοούσε την Τουρκία. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι ο κ. Νετανιάχου υπονοούσε επιπροσθέτως τον Λίβανο, ως επίσης και την Χαμάς, την οργάνωση που ασκεί de facto κρατική εξουσία στη Λωρίδα της Γάζας. Μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, πέραν του ότι δεν διατηρούν διπλωματικές σχέσεις, υπάρχει μία χρόνια διαφορά όσον αφορά τα κοινά θαλάσσια σύνορά τους, αλλά και τις ΑΟΖ τους λόγω μίας αμφισβητούμενης θαλάσσιας περιοχής στα ανοικτά των ακτών της Τύρου, εκτάσεως 800 τ.χλμ. περίπου, η οποία φέρεται να έχει ενεργειακό ενδιαφέρον. Έτι περαιτέρω, η de facto κρατική οντότητα της Χαμάς στη Γάζα και η συνεπεία αυτής, συγκρουσιακή της σχέση με το Ισραήλ, καθιστά προβληματικό τον ομαλό καθορισμό θαλασσίων συνόρων (και ΑΟΖ) στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου.

      Ο Κύπριος ΥΠΕΞ κ. Χριστοδουλίδης τόνισε στις δηλώσεις του την ανάγκη ύπαρξης «πολιτικής σταθερότητας στις εμπλεκόμενες χώρες». Εκτιμάται πως η δήλωση αυτή ουσιαστικά αναφερόταν στο περιεχόμενο της (καθαρά τεχνοκρατικής) ισραηλινής έκθεσης που είχε διαρρεύσει, υπενθυμίζοντας ότι, εκτός από την πολιτική αστάθεια που επικρατεί στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν σημαντικά ερωτηματικά σε ό,τι αφορά την ύπαρξη πολιτικής σταθερότητας στην Αίγυπτο. Ο προβληματισμός αυτός είναι εύλογος: Το καθεστώς Αλ-Σίσι, παρά τον πραγματισμό που επιδεικνύει στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, αντιμετωπίζει πλείστα εσωτερικά προβλήματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφορμή για μία ακόμα καθεστωτική αλλαγή. Αντιθέτως, η Κυπριακή Δημοκρατία, παρά τα ζητήματα κυριαρχίας που αντιμετωπίζει σε στεριά και θάλασσα, είναι ένα κράτος ευρωπαϊκό, με εμπεδωμένους δημοκρατικούς θεσμούς, που είναι σε θέση να εξασφαλίσουν πολιτική ομαλότητα. Πέραν αυτού, τα διαρθρωτικά μέτρα που εφαρμόσθηκαν σε οικονομικό επίπεδο, καθιστούν σήμερα την Κύπρο ως την πλέον ασφαλή χώρα για διεθνείς επενδυτές. Η Κυπριακή Δημοκρατία διεκδικεί να καταστεί εκείνη ο κύριος εξαγωγικός κόμβος της περιοχής – και δικαίως. Ωστόσο, είναι πολύ αμφίβολο εάν το Κάιρο θα επιδείξει ανάλογη κατανόηση στις κυπριακές επιδιώξεις.

      Τέλος, ο Έλληνας ΥΠΕΞ κ. Κοτζιάς εξέφρασε την βούληση της Αθήνας να προσδώσει νέα διάσταση στην τριμερή συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, θέλοντας να την επεκτείνει σε περιφερειακό επίπεδο. Η δήλωση Κοτζιά δεν πρέπει να θεωρείται τυχαία. Ελλάδα και Κύπρος έχουν επίγνωση των δυσκολιών που υπάρχουν στην εξεύρεση επενδυτών για την ευόδωση του EastMed. Η Ελλάδα δεν ξεχνά επίσης ότι έχει περιορισμένες δυνατότητες πρωτοβουλιών σε ενεργειακό επίπεδο, μιας και το ζήτημα της ανακήρυξης της δικής της ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει εδώ και χρόνια στις καλένδες, λόγω της πολυπλοκότητας των ελληνοτουρκικών ισορροπιών. Παρ’ όλα αυτά, η Αθήνα κάνει ό,τι μπορεί για να κτίσει πρόσθετες περιφερειακές συμμαχίες, αξιοποιώντας το θετικό momentum των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Ενδεικτικά ήταν όσα πολύ σημαντικά ειπώθηκαν στο περιθώριο του συνεδρίου South East Energy Forum στη Θεσσαλονίκη, που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της φετινής ΔΕΘ.

      Ο Υπουργός Ενέργειας κ. Σταθάκης είχε την πρωτοβουλία να συγκαλέσει πενταμερή συνάντηση με τους ομολόγους του της Σερβίας κ. Άντιτς, της Βουλγαρίας κας Πέτκοβα, του Ισραήλ κ. Στάινιτς και του Υφυπουργού Ενέργειας των ΗΠΑ, κ. Μενέζες. Ίσως ήταν η πρώτη φορά, που η Βουλγαρία και η Σερβία εκδήλωσαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αγορά φυσικού αερίου από την Ανατολική Μεσόγειο. Μάλιστα, η κα. Πέτκοβα προέβαλε το ενδιαφέρον της Βουλγαρίας να καταστεί κόμβος για την προώθηση του φυσικού αερίου του EastMed, προωθώντας το προς τα Δυτικά Βαλκάνια και μετέπειτα προς την Ευρώπη. Με αυτές τις κινήσεις, η Ελλάδα ελπίζει να «εξισορροπήσει» τις εγγενείς της αδυναμίες, χρησιμεύοντας ως συνδετικός κρίκος με αγορές που έως τώρα δεν αποτελούσαν προτεραιότητα για αυτό το εγχείρημα που ονομάζεται EastMed. Μάλιστα, η βαλκανική διάσταση του EastMed δεν αποκλείεται να προβληθεί κάποια στιγμή στο μέλλον, ως αντίβαρο έναντι του ‘ενοχλητικού ευρωσκεπτικισμού’ της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης της Ιταλίας. Αν και πολύ λίγοι πιστεύουν ότι η ΕΕ θα επέβαλε μία τέτοιου είδους «τιμωρία» στη Ρώμη –ωστόσο, οι εμπειρογνώμονες του ισραηλινού Υπουργείου Εξωτερικών δεν αποκλείουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Έτσι, μία εναλλακτική «βαλκανική οδός» του EastMed θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα προς συζήτηση σε βάθος χρόνου, με συνομιλητές την Βουλγαρία, τη Σερβία (γιατί όχι και την πΓΔΜ, εάν και εφόσον επικρατήσει το «Ναι» στο επικείμενο δημοψήφισμα..)

      Αποτιμώντας τις εκτιμήσεις της έκθεσης των ισραηλινών εμπειρογνωμόνων, σε συνάρτηση με τις λακωνικές δηλώσεις των κ.κ. Κοτζιά, Χριστοδουλίδη και Νετανιάχου στις 13/9, καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα:

      * Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η ενεργειακή οδός μέσω Τουρκίας έχει απορριφθεί. Η Αθήνα, η Λευκωσία και το Κάιρο ποτέ δεν την ήθελαν. Οι δηλώσεις Νετανιάχου επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι το Ισραήλ έχει πλέον κουραστεί από την διακυβέρνηση Ερντογάν.

      * Ελλάδα και Κύπρος καταβάλουν φιλότιμες προσπάθειες να διατηρήσουν ζωηρό το ενδιαφέρον των διεθνών επενδυτών. Η Λευκωσία έχει πράγματι πολλά να προτείνει σε διεθνείς επιχειρηματικούς κύκλους χάρη στις διαρθρωτικές αλλαγές που εφάρμοσε στην οικονομία της. Συγχρόνως, η Αθήνα δείχνει να θέλει να παίξει το «βαλκανικό της χαρτί», αξιοποιώντας το γεωστρατηγικό της πλεονέκτημα. Θα έχει ενδιαφέρον εάν η Ελλάδα θα μπορέσει τελικά να προτείνει εναλλακτικές οδούς, που θα μπορούσαν να μειώσουν το κόστος κατασκευής και συντήρησης του EastMed, αντικαθιστώντας ένα τμήμα του με ένα δίκτυο επίγειων «διαβαλκανικών» αγωγών. Το πράσινο φως εκ μέρους των ΗΠΑ δεν αποκλείεται ήδη να υπάρχει. Θα χρειαστεί, όμως, αρκετός χρόνος έως ότου αποκρυσταλλωθούν οι πραγματικές προθέσεις όλων των εμπλεκομένων. Για την ώρα, τα περισσότερα χαρτιά της τράπουλας παραμένουν κλειστά.

      * Η περιφερειακή συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου φαίνεται να περνά σε νέα φάση. Έως τώρα, κοινή επιδίωξη των χωρών αυτών ήταν η προσέλκυση του διεθνούς επιχειρηματικού ενδιαφέροντος. Τώρα καλούνται να καθορίσουν ποιον ρόλο θα παίξουν η κάθε μία έναντι της άλλης στην περιφερειακή ενεργειακή σκακιέρα. Κύπρος και Αίγυπτος διεκδικούν το ρόλο του «κύριου ενεργειακού κόμβου», δηλαδή του πρώτου σταθμού συγκέντρωσης φυσικού αερίου προτού διοχετευθεί στις διεθνείς αγορές. Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να στηρίζει την Κύπρο σε αυτήν την προσπάθεια. Από την άλλη, το Ισραήλ αναμένει πλείστα οφέλη από μία αναβαθμισμένη Αίγυπτο.

      * Η αλήθεια είναι ότι η βιωσιμότητα της όποιας ενεργειακής οδού, είτε αυτή είναι η «ελληνική» του EastMed, είτε είναι η «αιγυπτιακή» – θα εξαρτηθεί πρώτα και κύρια από την προθυμία των διεθνών επενδυτών. Έχει περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή, που οι κυβερνήσεις ήταν εκείνες που καθόριζαν την επιχειρηματικότητα. Σήμερα πλέον ισχύει ακριβώς το αντίθετο.

      * Αυτές οι εξελίξεις δεν φαίνεται να καθυστερούν ή να εμποδίζουν την ενεργειακή διασύνδεση των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου. Οι εντατικές επαφές της Ελλάδας, της Κύπρου, του Ισραήλ και της Αιγύπτου με τους θεσμούς της ΕΕ και με την κυβέρνηση της Ιταλίας συνεχίζονται κανονικά. Παράλληλα, την περασμένη Τετάρτη (19/9), Κύπρος και Αίγυπτος υπέγραψαν διμερή συμφωνία για την κατασκευή αγωγού κόστους 800 εκατ. δολ., που θα συνδέει το κοίτασμα «Αφροδίτη» με τους σταθμούς υγροποίησης στην Αίγυπτο. Από την άλλη όμως, έως ότου αποφασισθεί οριστικά τι μέλλει γενέσθει με τον EastMed, για την Αθήνα και τη Λευκωσία, η μεταφορά των κυπριακού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω των υποσταθμών LNG στην Αίγυπτο, είναι μια λύση προσωρινή. Το ερώτημα που τίθεται εν προκειμένου είναι εάν το Κάιρο και οι διεθνείς επενδυτές έχουν διαφορετική γνώμη.

      Το παραπάνω άρθρο-ανάλυση δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 23/9 της «Μακεδονίας της Κυριακής».

      Δρ. Γαβριήλ Χαρίτος

      Διδάκτωρ διεθνών σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν στο Ισραήλ

      MM