Έκκληση Αναστασιάδη προς όλους να ενώσουν δυνάμεις για αντιμετώπιση της τουρκικής αδιαλλαξίας

      Έκκληση Αναστασιάδη προς όλους να ενώσουν δυνάμεις για αντιμετώπιση της τουρκικής αδιαλλαξίας | Newsit.com.cy

      Έκκληση προς όλους αν θέλουν πραγματικά, με αποτελεσματικότητα, να αντιμετωπίσουν την τουρκική αδιαλλαξία, να ενώσουν δυνάμεις και όλοι καθολικά να εργαστούν, «με στόχο να διασώσουμε τον κυπριακό Ελληνισμό και να επανενώσουμε τον τόπο», απηύθυνε σήμερα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης.

      Σε ομιλία του στα αποκαλυπτήρια του μνημείου αγωνιστών της ΕΟΚΑ 55-59, στην Ξυλοτύμπου, ο Πρόεδρος ανέφερε ότι θα πρέπει να δημιουργήσουμε συνθήκες για ένα κράτος εναρμονισμένο με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, που να εγγυάται την ασφάλεια και την ειρήνη, και όχι απλά ένα κράτος που θα είναι το κινούμενο μιας τρίτης χώρας.

      Αναφερόμενος στις προσπάθειες λύσης του Κυπριακού, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είπε πως δυστυχώς παρά τις προσπάθειες όλων των προηγουμένων Προέδρων «παρά την καλή θέληση που η ελληνοκυπριακή πλευρά επέδειξε καθόλα τα 43 και τόσα χρόνια της κατοχής, η τουρκική αδιαλλαξία έχει αποβεί η μόνη αιτία αποτροπής επίτευξης μιας λύσης που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή και από τους Ελληνοκύπριους».

      Πρόσθεσε πως «από τις 15 Μαΐου (2015) μέχρι και πρόσφατα, τον περασμένο Ιούλιο, με κάθε τρόπο, μέσα από εποικοδομητικές προτάσεις, με σεβασμό στις ανησυχίες των συμπατριωτών μας, αλλά και μη παραγνωρίζοντας τις έγνοιες και αξιώσεις των Ελληνοκυπρίων, προσπαθήσαμε να πετύχουμε επιτέλους, λαμβάνοντας υπόψη και την ιδιότητά μας ως πλήρες κράτος μέλος της ΕΕ, να δημιουργήσουμε εκείνες τις προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν στον κάθε Ελληνοκύπριο να αποφασίσει θετικά για τη μελλοντική τύχη της πατρίδας μας».

      Δυστυχώς και πάλι, συνέχισε, «παρά την πρόοδο που επετεύχθη, οι τουρκικές παρεμβάσεις και η βούληση της Τουρκίας να ελέγχει δια της τουρκοκυπριακής κοινότητας όλο το κράτος, την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως θα μετεξελισσόταν, η επιθυμία να μετατραπεί η Κύπρος σε τουρκικό προτεκτοράτο ή ένα κράτος που θα εκτελούσε ή θα επιτελούσε τις εντολές της `Αγκυρας προκειμένου να εξυπηρετηθούν όχι τα συμφέροντα των Κυπρίων αλλά τα συμφέροντα της Τουρκίας, οδήγησαν τη νέα προσπάθεια», ώστε παρά τις σημαντικές συγκλίσεις που είχαν επιτευχθεί, δεν ήταν δυνατόν να υπερβούμε τα όρια της εθνικής αξιοπρέπειας αλλά και να παραγνωρίσουμε, πως ελλείψει αλληλοσεβασμού, δεν ήταν δυνατόν να γίνουν αποδεκτές οι τουρκικές αξιώσεις.

      Πρόσθεσε πως ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας «μέσα από τις πολλαπλές προσπάθειες που καταβάλαμε, είτε μέσω της Ευρωπαϊκής `Ενωσης, είτε φίλων χωρών, είτε των Μονίμων Μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας είτε και άλλων, καθόρισε πως χωρίς τη λύση του προβλήματος της ασφάλειας, δεν μπορεί να υπάρξει λύση στο Κυπριακό».

      `Οπως είπε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, «από την αρχή της ανάληψης της εξουσίας, από τις πρώτες επαφές με τον τότε Πρωθυπουργό της Βρετανίας Ντέιβιντ Κάμερον, έθεσα το θέμα των εγγυήσεων, του τερματισμού των εγγυήσεων, ενός αναχρονιστικού θεσμού, πείθοντας τη Βρετανία πως εάν και οι δύο κοινότητες δεν το επιθυμούσαν, η Βρετανία θα έμενε μακράν».

      Πρόσθεσε πως «η Ελλάδα δήλωσε ότι δεν ενδιαφερόταν να συνεχίσει τον εγγυητικό της ρόλο και αυτό που απέμενε ήταν επιτέλους και η Τουρκία να επιδείξει αυτή την καλή θέληση. Αφού μάλιστα στις προτάσεις που υποβάλαμε προβλεπόταν πλήρως και πλήρες σύστημα ασφαλείας για όλους τους Κυπρίους, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, σύστημα ασφαλείας πιστής υλοποίησης των όσων θα συμφωνούνταν, προέβλεπε συστήματα ασφαλείας που προέρχονταν είτε από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, είτε από τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκης Ενωσης, είτε του Συμβουλίου της Ευρώπης και προέβλεπε μηχανισμούς επίλυσης των όποιων διαφορών θα αναφύονταν», ανέφερε.

      Σημείωσε ακόμα ότι «παρά τις προσπάθειες, τις έντονες προσδοκίες που ο Ελληνισμός της Κύπρου απέδωσε στις προσπάθειες με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα τερματιζόταν το απαράδεκτο επικρατούν καθεστώς από το ’74, η Τουρκία επέμεινε ότι θα ήθελε τα εγγυητικά δικαιώματα όπως προέκυψαν από τις Συνθήκες του ‘60 και τα επεμβατικά δικαιώματα να συνεχίσουν να ισχύουν για άλλα 15 χρόνια, ή αν ομαλώς εξελισσόταν η κατάσταση, για τουλάχιστον 10 χρόνια, όχι με ημερομηνία τερματισμού, αλλά με ημερομηνία αναθεώρησης, με τη ρήτρα αναθεώρησης».

      Αφού ανέφερε πως «είναι καλά γνωστό ότι εκεί και όπου δύο συμφωνούν, εάν ο ένας διαφωνήσει και δεν υπάρχει συναίνεση και από τους δύο δεν τερματίζεται το καθεστώς», ο Πρόεδρος Αναστασιάδης σημείωσε πως «αυτό το οποίο επεδίωκαν είναι αυτό που και όσον αφορά την παρουσία στρατού προέβαλαν ως θέση, δηλαδή την εσαεί συνέχιση των εγγυητικών και επεμβατικών δικαιωμάτων. Η άλλη των παραλόγων αξιώσεων ήταν η εσαεί παρουσία σε τουρκική βάση τουλάχιστον 1800 Τούρκων στρατιωτών με το πρόσχημα ότι τάχα θα μας προστάτευαν από έξωθεν απειλές», είπε.

      Σημείωσε ότι «το ερώτημα που έθεσα κατά τη διάρκεια του διαλόγου των κρίσιμων εκείνων στιγμών ήταν από ποιούς να μας προστατεύσετε; Από την Αίγυπτο, από τον Ισραήλ, από τον Λίβανο, από την Ιορδανία, από την Παλαιστίνη, με τους οποίους έχουμε τις πλέον των αρίστων σχέσεων από της εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας; Από πού απειλείται η Κύπρος εκτός από την παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων;».

      Πρόσθεσε ακόμα πως απευθύνθηκε και προς τον Τουρκοκύπριο ηγέτη και του είπε πως «είχαμε συμφωνήσει μια αρχή, ότι η εγγύηση του ενός δεν μπορεί να αποτελεί απειλή για τον άλλον. Και αυτό που επιδιώκετε και ζητείτε θα είναι να διασφαλίσετε όχι τη δική σας ασφάλεια, αλλά τα συμφέροντα της Τουρκίας, απειλώντας την ίδια ώρα την ύπαρξη του Κυπριακού Ελληνισμού. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, μου ήταν αδιανόητο να αποδεχθώ μια ανάλογη απαράδεκτη εθνικά λύση. Για αυτό και δεν δέχομαι όσους ευκόλως αποδίδουν ευθύνες», επεσήμανε.

      Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είπε επίσης πως «είχα υποσχεθεί στον κυπριακό λαό ότι δεν θα έφερνα ενώπιόν του την όποια λύση δεν θεωρούσα, κατά την δική μου άποψη, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες μου, εφ’όσον δεν ένοιωθα ότι θα εξυπηρετούσε τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του συνόλου των Κυπρίων, αλλά πρωτίστως βεβαίως και εκ καθήκοντως, εφ’ όσον θα επροστατεύοντο επαρκώς και τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων».

      Ταυτόχρονα, διαβεβαίωσε, πως «η προσπάθεια θα συνεχιστεί, η αποφασιστικότητα υπάρχει, ήδη έχω διαβιβάσει στον Γενικό Γραμματέα ότι είμαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή, είτε υπάρχουν, είτε δεν υπάρχουν εκλογές, να παρακαθίσω σε ένα νέο διάλογο για τα θέματα που αφορούν τις εσωτερικές πτυχές. Και τότε και μόνο θα είμαι έτοιμος να συμμετάσχω σε μια Διάσκεψη για την Κύπρο αν και εφ’ όσον προετοιμαστεί καταλλήλως έτσι ώστε να μην αντιμετωπίσουμε τα φαινόμενα του Μον Πελεράν, της Γενεύης του Κράν Μοντανά».

      Αυτό που θέλει ο λαός, συνέχισε «δεν είναι ψευδείς προσδοκίες, αυξημένες προσδοκίες, ανεδαφικές και στο τέλος την απογοήτευση από μια αποτυχία, εφόσον η Διάσκεψη για την Κύπρο δεν είναι καλά προετοιμασμένη».

      Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης απηύθυνε έκκληση προς όλους, σημειώνοντας πως «αν θέλουμε πραγματικά με αποτελεσματικότητα να αντιμετωπίσουμε την τουρκική αδιαλλαξία, πρόσθετα με όσα η κυβέρνηση πράττει, θα πρέπει όλοι να ενώσουμε δυνάμεις, θα πρέπει όλοι καθολικά να εργαστούμε προς την κατεύθυνση που έχουμε σαν στόχο, να διασώσουμε τον κυπριακό ελληνισμό, να επανενώσουμε αυτό τον τόπο, να δημιουργήσουμε συνθήκες, ή ένα κράτος απόλυτα εναρμονισμένο με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, απόλυτα σύγχρονο, ένα κράτος που να εγγυάται την ασφάλεια, που να εγγυάται την ειρήνη, που να εγγυάται την προκοπή, που να εγγυάται τη συνδημιουργία. Και όχι απλά ένα κράτος το οποίο θα είναι το κινούμενο μιας τρίτης χώρας».

      Αυτό, είπε, «είναι το ελάχιστο χρέος που έχουμε όλοι ανεξαίρετα, είτε βρίσκονται στην ηγεσία της χώρας, είτε των πολιτικών δυνάμεων και είναι το ελάχιστο καθήκον και φόρος τιμής προς όλους όσοι αγωνίστηκαν, έδωσαν τη ζωή τους, βασανίστηκαν, υπέφεραν, θυσιάστηκαν για να ζούμε ακόμα ελεύθεροι. Και αυτή την ελευθερία δεν θα επιτρέψουμε κανένας να μας την αποστερήσει».

      Στο χαιρετισμό του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφέρθηκε και στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, και είπε πως στο πέρασμα των χρόνων «αυτή η ένθερμος μαζική συμμετοχή σε έναν ανιδιοτελή αγώνα, αναδεικνύεται σε ένα φωτεινό ορόσημο. Ορόσημο που ενέπνευσε και την επόμενη γενιά να αγωνιστεί το 1974 απέναντι στον Τούρκο εισβολέα, μένοντας απαρασάλευτα προσηλωμένη στην προάσπιση της ακεραιότητας της πατρίδας, αλλά και απέναντι στα ιδανικά της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας».

      Είπε ακόμα πως «οι αγώνες και η θυσία όλων των παλληκαριών για την υπεράσπιση του πατρώου εδάφους, γίνονται για εμάς παράδειγμα που υπογραμμίζει το χρέος που έχουμε να συνεχίσουμε να διεκδικούμε τη δίκαιη λύση του κυπριακού ζητήματος».

      MM