Γεν. Εισαγγελέας: Αντισυνταγματική η ανάθεση του ΥΠΟΙΚ στον οίκο Freshfileds – Χ. Γεωργιάδης: Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια

Γεν. Εισαγγελέας: Αντισυνταγματική η ανάθεση του ΥΠΟΙΚ στον οίκο Freshfileds – Χ. Γεωργιάδης: Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια | Newsit.com.cy

Αντισυνταγματικά ενήργησε ο Υπουργός Οικονομικών και το Υπουργικό Συμβούλιο επιλέγοντας τον οίκο Freshfields, Bruckhaus Deringer για παροχή νομικών υπηρεσιών στο πλαίσιο της συναλλαγής για πώληση της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας στην Ελληνική Τράπεζα, δήλωσε ο Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης, ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου που εξέτασε το όλο ζήτημα παρουσία του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας Οδυσσέα Μιχαηλίδη και του Υπουργού Οικονομικών Χάρη Γεωργιάδη.

Από πλευράς του, ο Χάρης Γεωργιάδης απέρριψε τις κατηγορίες, λέγοντας ότι το Υπουργικό Συμβούλιο είχε την ευχέρεια της απευθείας ανάθεσης, ότι ακολούθησε όλες τις διαδικασίες βάσει του διατάγματος ανακεφαλαιοποίησης του ΣΚΤ του 2013, που έδινε το δικαίωμα στο κράτος ως μεγαλομέτοχος της ΣΚΤ να λάβει τη συγκεκριμένη απόφαση. Σημείωσε δε πως το Υπουργικό Συμβούλιο δεν έλαβε απόφαση για καταβολή δαπάνης, η οποία θα καταβαλλόταν από την ΣΚΤ, καθώς και ότι ο εν λόγος οίκος θεωρείται από καλύτερους στον κόσμο για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, όπως αναγνώρισε και ο Γενικός Εισαγγελέας.

Η Επιτροπή αναμένει και επισήμως τις τοποθετήσεις του Γενικού Εισαγγελέα επί του ζητήματος, αφού αυτός μελετήσει την έκθεση του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας και τα πρακτικά της σημερινής συνεδρίας αλλά και της συνεδρίας της 4ης Ιουλίου 2018. Ο Γενικός Ελεγκτής στην επιστολή του ζητά όπως διερευνηθεί το ενδεχόμενο ποινικού αδικήματος ή το ενδεχόμενο αστικής ευθύνης από τον ΥΠΟΙΚ ή άλλο πρόσωπο.

Υπενθυμίζεται ότι ο οίκος αυτός είχε ενεργήσει εκ μέρους της MIG και του Ανδρέα Βγενόπουλου ο οποίος κατέθεσε στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Παρισιού αγωγή κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας διεκδικώντας αποζημιώσεις πέραν του €1 δισεκατομμυρίου, ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας σε επιστολή του προς τη βουλευτή Ειρήνη Χαραλαμπίδου είχε πει ότι η Νομική Υπηρεσία δεν αναθέτει υπηρεσίες σε οίκους που ενήργησαν κατά της Δημοκρατίας.

Μιλώντας ενώπιον της Επιτροπής, ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης είπε πως αναμένεται η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα επί των εξής θεμάτων. Ότι το ΥΠΟΙΚ δεν είχε πιστώσεις για την ανάθεση, που συνιστά αδίκημα, ότι όφειλε να ζητήσει τον Γενικό Εισαγγελέα εκ των προτέρων έγκριση για την ανάθεση και, τρίτον, ότι αν ο  ΥΠΟΙΚ πήγαινε σε απευθείας ανάθεση θα έπρεπε πρώτα να καταρτίσει ένα μικρό κατάλογο με τους υποψήφιους οίκους.

Από την πλευρά του, ο Γενικός Εισαγγελέας αναφέρθηκε σε εγκύκλιο του προκατόχου του Πέτρου Κληρίδη από το 2005 ότι τα διάφορα τμήματα της Δημόσιας Υπηρεσίας θα πρέπει να απευθύνονται στη Νομική Υπηρεσία προτού προχωρήσουν σε απευθείας ανάθεση νομικών συμβουλευτικών υπηρεσιών, κάτι που, όπως είπε, επανέλαβε και ο ίδιος τον Ιανουάριο του 2015. Σημείωσε ότι το Υπουργικό σε συνεδρία του τον Φεβρουάριο του 2015 έλαβε ειδική απόφαση για ζητήματα αγοράς υπηρεσιών νομικών συμβούλων, καθιστώντας σαφές ότι σε περιπτώσεις που δικαιολογείται η αγορά υπηρεσιών κάθε πρόταση θα πρέπει να περιλαμβάνει έγκριση προηγούμενη του Γενικού Εισαγγελέα, υποστήριξη της εισήγησης με κατάλληλη τεκμηρίωση, τις θέσεις ή απόψεις του Γεν. Λογιστηρίου ως η αρχή δημοσίων συμβάσεων και ότι όπως κάθε συμβόλαιο πριν υπογραφεί να έχει τύχει επεξεργασίας από την Νομική Υπηρεσία.

Αναφορικά με την επιλογή του οίκου Freshfields, ο κ. Κληρίδης είπε πως στις 12 Μαρτίου ο Γενικό Διευθυντής του ΥΠΟΙΚ του απέστειλε επιστολή ενημερώνοντάς τον ότι το Υπουργείο θα αναθέσει σε νομικό οίκο την παροχή νομικών συμβουλευτικών υπηρεσιών λόγω της αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα χωρίς ωστόσο να αναφέρει το όνομα.

«Η επιστολή αυτή εκρίθη ως πληροφοριακού χαρακτήρα για την έκφραση προθέσεων και ουδέποτε απαντήθηκε αφού δεν ζητούσε έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα», είπε.

Ο κ. Κληρίδης δεν αμφισβήτησε την εγκυρότητα του συγκεκριμένου νομικού οίκου, τον οποίο χαρακτήρισε ως έναν από τους καλύτερους διεθνώς στα συγκεκριμένα ζητήματα. «Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι καθαρά θέμα αρχής είναι θέμα νομικό, είναι θέμα συνταγματικό», συμπλήρωσε.

Στάθηκε κυρίως στο ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες της αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου για τις περιπτώσεις απευθείας ανάθεσης, προσθέτοντας ότι νεότερη απόφαση του Υπουργικού δεν μπορούσε να αναιρέσει την απόφαση του 2015, η οποία έθετε τα προαπαιτούμενα για την εφαρμογή των διατάξεων του συντάγματος

«Παραβιάζοντας την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (του 2015) παραβιάστηκαν οι πρόνοιες ουσιαστικά του Συντάγματος με τον τρόπο που ενήργησε το ΥΠΟΙΚ και το Υπουργικό Συμβούλιο, εγκρίνοντας την πρόταση του Υπουργείου», τόνισε.

Στη δική του τοποθέτηση, ο ΥΠΟΙΚ τόνισε πως στη βάση της νομοθεσίας, δίδεται η ευχέρεια απευθείας ανάθεσης σε νομικό οίκο, ενώ σημείωσε πως η νομοθεσία δεν διαλαμβάνει πως προτού γίνει απευθείας ανάθεση θα πρέπει να υπάρξει μια μικρή λίστα με υποψήφιους νομικούς οίκους.

Αναφορικά με την κατηγορία ότι προέβη σε ανάθεση υπηρεσιών χωρίς να υπάρξει καθορισμένο κονδύλι, ο κ. Γεωργιάδης είπε πως η αμοιβή του νομικού οίκου θα καταβαλλόταν από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, κάτι που προνοεί και το διάταγμα ανακεφαλαιοποίησης του Συνεργατισμού το 2013, το οποίο ενέκρινε και η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της ΕΕ.

Το διάταγμα, εξήγησε, δίνει το δικαίωμα ακόμη και για υπηρεσίες που είτε ενασκούνται από το κράτος είτε ανατίθενται από το κράτος, το κόστος να το πληρώνει η ΣΚΤ, Υπενθύμισε την περίπτωση του εντολόδοχου παρακολούθησης (Grant Thornton) αλλά και τα έξοδα του επιτόπιου ελέγχου που διενήργησε ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός στην ΣΚΤ το 2017.

Στην περίπτωση της πώλησης της ΣΚΤ, παρά το ότι πρόκειται για μια ιδιωτική συναλλαγή, συνέχισε, εντούτοις η αίτηση για έλεγχο της απόφασης στη βάση των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις υποβάλλεται από το κράτος.

Δεν γνωρίζαμε ότι εκπροσωπούσε τον Α. Βγενόπουλο.

Αναφορικά με την θέση του Γενικού Εισαγγελέα ότι ο συγκεκριμένος οίκος δεν θα έπρεπε να εργοδοτηθεί λόγω παλαιότερης εμπλοκής του στην υπόθεση Βγενόπουλου κατά της Δημοκρατίας, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι δεν ήταν γνωστό ότι υπάρχει τέτοιος αποκλεισμός.

«Ούτε και σήμερα γνωρίζω αν υπάρχουν και άλλοι νομικοί οίκοι που περιλαμβάνονται σε κάποια λίστα αποκλεισμού», είπε, προσθέτοντας πως αν το γνώριζε θα γίνονταν εναλλακτικές επιλογές.

Σε παρέμβαση του Κώστα Κληρίδη ότι γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο απαιτείτο η ενημέρωση του ιδίου προτού γίνει η απευθείας ανάθεση, ο κ. Γεωργιάδης είπε «προφανώς μπορεί να υπήρξε μη αποτελεσματική συνεννόηση», αφού η επιστολή του ΓΔ του ΥΠΟΙΚ «δεν κατονόμαζε τον οίκο, ήταν ομολογουμένως γενική, από την άλλη καταλήγει η επιστολή με ετοιμότητα παράσχεσης οποιεσδήποτε άλλης πληροφορίας ή ενημέρωσης».

Απαντώντας σε ερωτήσεις βουλευτών ότι η επιστολή του ΓΔ του ΥΠΟΙΚ ήταν διατυπωμένη κατά τρόπο ώστε να μην λάβει απάντηση, ο κ. Γεωργιάδης υπέδειξε ότι θα μπορούσε να τους σταλεί επιστολή που να τους υπενθυμίζει τις πρόνοιες της νομοθεσίας.

Κληρίδης: «Μαστίγωμα της νοημοσύνης»

Απαντώντας σε ερωτήσεις βουλευτών, ο κ. Κληρίδης είπε πως δεν μπορεί να αποδεχθεί απόδοση ευθύνης στη Νομική Υπηρεσία. «Είναι μαστίγωνα της νοημοσύνης…. Να απαντήσω ότι δεν πρέπει να ξεχνάτε (τη νομοθεσία), αυτό λέμε; Λυπούμαι πάρα πολύ. Ούτε μάντης είμαι ούτε μυρίζομαι τα νύχια μου», είπε χαρακτηριστικά.

Ερωτήματα εκφράστηκαν για το ότι αρχικά το ΥΠΟΙΚ κατέθεσε αίτημα για αποδέσμευση κονδυλίου ύψους €392.000 για τις υπηρεσίες του οίκου για δύο μήνες, ενώ υπάρχει σημείωμα λειτουργού του ΥΠΟΙΚ για συνολικό κόστος ύψους €900.000. Ο Υπουργός είπε πως θα το εξετάσει και θα επανέλθει αναφορικά με το συνολικό κόστος.

Σε δηλώσεις μετά τη συνεδρία, η προεδρεύσασα της Επιτροπής, Ειρήνη Χαραλαμπίδου μίλησε για «βιασμό της νοημοσύνης».

Όπως είπε, η  Επιτροπή Ελέγχου ζήτησε όπως η έκθεση του Γενικού Ελεγκτή μαζί με τα πρακτικά της σημερινής συνεδρίασης αλλά και συνεδρίας της 4ης Ιουλίου 2018 οδηγηθούν στον Γενικό Εισαγγελέα από τον οποίο περιμένουμε περαιτέρω τοποθετήσεις. «Κρατώ τη δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα ότι υπήρξε παραβίαση του Συντάγματος, πέραν από την παραβίαση της νοημοσύνης μας», είπε.

Σε ερώτηση αν το επόμενο βήμα είναι μονόδρομος, η κ. Χαραλαμπίδου είπε πως μονόδρομος είναι πολλά πράγματα, και αυτονόητος μονόδρομος. «Δυστυχώς έχουμε συλλάβει κατ’ επανάληψη τους Υπουργούς της να ψεύδονται, να παρανομούν, να παραβιάζουν το Σύνταγμα, αλλά προφανώς τα όσα λέει ο Γενικός Ελεγκτής και ο Γενικός Εισαγγελέας δεν φτάνουν μέχρι το λόφο (του Προεδρικού), τουλάχιστον ας φτάσουν μέχρι τη Πινδάρου για να μπει μια τάξη», κατέληξε.

Από την πλευρά της, η Βουλευτής του ΔΗΣΥ, Αννίτα Δημητρίου μίλησε για ένα θέμα διαφωνίας μεταξύ ΥΠΟΙΚ, Γενικού Εισαγγελέα και Γενικού Ελεγκτή για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και την μη αποτελεσματική συνεννόηση για την εκ των προτέρων γνωμοδότηση του Γενικού Εισαγγελέα.

«Υπάρχει από τη μια απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και από την άλλη διαφορετική άποψη του Γενικού Εισαγγελέα ότι θα πρέπει για τον ορθό τρόπο να εφαρμόζονται οι πρόνοιες του συντάγματος, κάτι που θεωρούμε ότι θα πρέπει επισήμως να τεθεί ενώπιον της κυβέρνησης και του Υπουργικού Συμβουλίου αλλά και βεβαίως ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων. Το θέμα θα εξετάσει ο Γενικός Εισαγγελέας και θα αναμένουμε τη γνωμοδότησή του με βάση και τις απαντήσεις του Υπουργείου Οικονομικών», είπε.

Ο Πρόεδρος του Κινήματος Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών, Γιώργος Περδίκης ανέφερε στις δικές του δηλώσεις πως δεν γνωρίζει αν υπήρξε ιστορικά παρόμοια περίπτωση όπου ο Γενικός Εισαγγελέας καταθέτει ότι το Υπουργικό Συμβούλιο σαφώς έχει παρανομήσει έχει παραβιάσει το Σύνταγμα.

«Ποιος είναι αυτός και με ποιο αντάλλαγμα έχει επιλέξει τον συγκεκριμένο οίκο. Είναι οι αρμόδιοι εκεί στο ΥΠΟΙΚ να κρίνουν ποιος είναι ο κατάλληλος οίκος για να συμβουλέψει για ένα τέτοιο θέμα»,

Χαρακτηρίζοντας την απευθείας ανάθεση ως σκανδαλώδη, ο κ. Περδίκης είπε πως «υπάρχουν βαρύτατες πολιτικές ευθύνες και πρέπει να αναληφθούν από τους πολιτικούς υπεύθυνους», κατέληξε.

Τέλος, ο εκπρόσωπος του ΕΛΑΜ Γεάδης Γεάδρη, είπε πως «αποδεικνύεται για ακόμη μια φορά η ασέβεια της κυβέρνηση απέναντι στους θεσμούς που παραβίασε ακόμη και το ίδιο και το Σύνταγμα ενώ θα έπρεπε να ήταν ο θεματοφύλακακας του».

Ζήτησε όπως η πώληση του Συνεργατισμού στην Ελληνική Τράπεζα να αποτελέσει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της Ερευνητικής Επιτροπής για την κατάρρευση του Συνεργατισμού και να εξεταστούν «και τα όσα καταγγείλαμε ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής αναφορικά με την ύποπτη, όπως θεωρούμε, εμπλοκή συγκεκριμένης εταιρείας στην όλη διαδικασία».

Δείτε το σχετικό ρεπορτάζ του Παναγιώτη Καπαρή από την Κοιν. Επιτροπή Ελέγχου:

MM